|
Mathias Pascalis parmi les roses
Je n'arrête pas de fumer depuis ce matin ; Si je m'arrête les roses viendront me cerner De leurs épines, de leurs pétales en pluie, m'étouffer. Elles poussent de travers, toutes du même rose, Elle regardent, guettent quelqu'un. Personne ne passe. À travers la fumée de ma pipe, je les observe Sur leur tige lasse et sans parfum. Dans l'autre vie, une femme me disait : tu peux toucher cette main, Elle est à toi, cette rose, elle est à toi, Tu peux la prendre Maintenant ou plus tard, quand tu voudras.
Je descends les marches en fumant toujours. Les roses descendent avec moi, exaspérées, Et dans leur attitude, perce quelque chose de cette voix À la racine du cri, quand l'homme se met à hurler : « Mère ! » Ou « Au secours » ou les petits cris blancs de l'amour.
C'est un petit jardin plein de roses, Quelques mètres carrés qui s'abaissent avec moi Tandis que je descends les marches, sans ciel. Sa tante lui disait : « Antigone, tu as oublié ta gymnastique aujourd'hui. Je ne portais pas de corset à ton âge. » Sa tante était un corps triste aux veines très saillantes, Avec beaucoup de rides autour des tempes et un nez moribond ; Mais toutes ses paroles débordaient de sagesse. Je la vis un jour toucher les seins d'Antigone, Comme un enfant qui vole une pomme.
Retrouverai-je la vieille femme, moi qui descends ainsi ? Elle m'a dit quand je partis : « qui sait quand nous nous reverrons ? » Plus tard, j'ai appris sa mort dans de vieux journaux, Le mariage d'Antigone et celui de la fille d'Antigone,
Sans que finissent ces marches ni mon tabac Qui laisse sur mes lèves comme un goût de bateau hanté Avec, au gouvernail, belle encore, une gorgone crucifiée.
Cortisa. Été 1937
|
|
Ο Μαθιός Πασκάλης ανάμεσα στα τριαντάφυλλα
Καπνίζω χωρίς να σταματήσω απ’ το πρωί αν σταματήσω τα τριαντάφυλλα θα μ’ αγκαλιάσουν μ’ αγκάθια και με ξεφυλλισμένα πέταλα θα με πνίξουν φυτρώνουν στραβά όλα με το ίδιο τριανταφυλλί κοιτάζουν· περιμένουν να ιδούν κάποιον· δεν περνά κανείς· πίσω από τον καπνό της πίπας μου τα παρακολουθώ πάνω σ’ ένα κοτσάνι βαριεστημένο χωρίς ευωδιά, στην άλλη ζωή μια γυναίκα μου έλεγε μπορείς να γγίξεις αυτό το χέρι κι είναι δικό σου αυτό το τριαντάφυλλο είναι δικό σου μπορείς να το πάρεις τώρα ή αργότερα, όταν θελήσεις.
Κατεβαίνω καπνίζοντας ολοένα, τα σκαλοπάτια τα τριαντάφυλλα κατεβαίνουν μαζί μου ερεθισμένα κι έχουνε κάτι στο φέρσιμό τους απ’ τη φωνή στη ρίζα της κραυγής εκεί που αρχίζει να φωνάζει ο άνθρωπος: "μάνα" ή "βοήθεια" ή τις μικρές άσπρες φωνές του έρωτα.
Είναι ένας μικρός κήπος όλο τριανταφυλλιές λίγα τετραγωνικά μέτρα που χαμηλώνουν μαζί μου καθώς κατεβαίνω τα σκαλοπάτια, χωρίς ουρανό· κι η θεία της έλεγε: "Αντιγόνη ξέχασες σήμερα τη γυμναστική σου στην ηλικία σου δε φορούσα κορσέ, στην εποχή μου" Η θεία της ήταν ένα θλιβερό κορμί μ' ανάγλυφες φλέβες είχε πολλές ρυτίδες γύρω στ' αυτιά μια ετοιμοθάνατη μύτη αλλά τα λόγια της ήταν γεμάτα φρόνηση πάντα Την είδα μια μέρα να γγίζει το στήθος της Αντιγόνης σαν το μικρό παιδί που κλέβει ένα μήλο.
Τάχα θα τη συναπαντήσω τη γριά γυναίκα έτσι που κατεβαίνω; Μου είπε σαν έφυγα: "Ποιος ξέρει πότε θα ξαναβρεθούμε;" κι έπειτα διάβασα το θάνατό της σε παλιές εφημερίδες το γάμο της Αντιγόνης και το γάμο της κόρης της Αντιγόνης χωρίς να τελειώσουν τα σκαλοπάτια μήτε ο καπνός μου που μου δίνει μια γέψη στοιχειωμένου καραβιού με μια γοργόνα σταυρωμένη τότες που ήταν όμορφη, πάνω στο τιμόνι.
Κορυτσά, καλοκαίρι 1937
|