|
Γράμμα απ' τη Μαρσίλια
Έσχισα, φίλε μου, πολλά χαρτιά για να σου γράψω. Εδώ η Μαρσίλια μ'έκαμε πολύ να ζαλιστώ, κι όμως δεν πέρασε στιγμή, πιστέφτε, αγαπητέ μου, χωρίς και μες στη ζάλη μου να σας συλλογιστώ.
Σας εσκεφτόμουν στο Μπουλβάρ ντε Νταμ σαν περπατούσα ανάμεσα σε δυο τροτέζ που έκαναν σαν τρελές, ενώ μιλώντας δυνατά τριγύρω μου περνούσαν άνθρωποι απ' όλες, θα 'λεγες, του κόσμου τις φυλές.
Κι έπειτα πάλι στη μεστή από κόσμο Κανναμπιέρα, στο Πόρτο Βέκκιο, στην τεφρήν οδό Σαιντ Ονορέ, κι ακόμα, συγχωρήστε με, σας ένιωθα μαζί μου στα θορυβώδη και γιομάτα κόσμο καμπαρέ.
Βορινοί ναύτες μπλέκονται με θερμαστές του Νότου, στα γόνατά τους κάθονται κορίτσια της δουλειάς, παίζει το πιάνο μοναχό και μια μικρή σφυρίζει έναν παράταιρο σκοπό μιας μελωδίας παλιάς.
Κι ύστερα σαν απ' το Ταρτάν εβγήκα μεθυσμένος και νόμιζα το σώμα μου ανάξιο και μικρό, πολύ κοντά σας ένιωθα να μου χαμογελάτε μ' εκείνο το παράξενο το γέλιο, το πικρό.
Και μόνον όταν στην Κορνίς, σε κάποιο γκρίζο σπίτι, γύρω από εβραίους που 'χανε με γυναικεία ντυθεί, σας έχασα για μια στιγμή απ' τα μάτια μου, μου εφάνη ο φύλακας μου άγγελος πως είχε πια χαθεί.
Αύριο φεύγω και μαζί μου φέρνω στην Αθήνα ανάμνησες παράξενες, πολλές, με το σωρό και κάποιο δώρο θλιβερό, προϊόν της Μασσαλίας, που μια Πωλίν μου χάρισε προχθές στα Numeros...
|
|
Lettre de Marseille
En t'écrivant j'ai déchiré page sur page, ami très cher. Ce port m'a donné le tournis, mais soi-en sûr : malgré tout ce remue-ménage, par la pensée nous demeurons toujours unis.
Car j'ai pensé à vous le long du Boulevard des Dames, accompagné de deux putes pompettes, alors que bruyamment passaient sur le trottoir des gens venus des quatre coins de la planète ;
Puis de nouveau dans la grouillante Canebière, puis rue Saint-Honoré, puis au Vieux-Port, la nuit, ainsi – pardonnez-moi – que dans la pétaudière des caf'conc où la foule se presse à grand bruit.
Là-bas, marins du nord, soutiers du sud se frottent aux dames de l'endroit montées sur leurs genoux ; le piano joue tout seul, une fille sifflote un refrain essoufflé qui fut jeune avant nous.
Plus tard, à la sortie du Tartan, bien cuité, me sentant plus indigne et nul que de coutume, il m'a semblé vous voir, tout proche, à mon coté, esquissant un sourire à l'étrange amertume.
Ce n'est qu'à la Corniche, en un bouge perdu, près de Juifs habillés en femmes, que la frousse m'a saisi : un instant sans vous voir, j'ai bien cru que mon ange gardien avait filé en douce.
Demain je lève l'ancre, emportant vers Athènes un tas de souvenirs étranges, et le cœur gros du cadeau désolant – coutume phocéenne – que Pauline me fit dimanche aux Numéros...
|