|
|
Marie
Marie songeuse enlevait ses bas De son corps s'échappaient des voix d'autres personnes d'un soldat parlant comme un oiseau d'un malade tué par des tourments de mouton et les pleurs de la nièce de Marie venue au monde ces jours-là
Marie pleurait pleurait Marie bientôt riait le soir elle étendait les bras et restait jambes ouvertes
Après ses yeux se faisaient sombres noirs très sombres vitreux
La radio marchait Marie pleurait Marie pleurait la radio marchait
Alors Marie ouvrant doucement les bras s'envolait tout autour de la chambre
|
|
Ἡ Μαρία
Ἡ Μαρία σκεφτικὴ ἔβγαζε τὶς κάλτσες της Ἀπὸ τὸ σῶμα της ἔβγαιναν φωνὲς ἄλλων ἀνθρώπων ἑνὸς στρατιώτη ποὺ μιλοῦσε σὰν ἕνα πουλὶ ἑνὸς ἀρρώστου ποὺ εἶχε πεθάνει ἀπὸ πόνους προβάτων καὶ τὸ κλάμα τῆς μικρῆς ἀνεψιᾶς τῆς Μαρίας ποὺ αὐτὲς τὶς μέρες εἶχε γεννηθεῖ
Ἡ Μαρία ἔκλαιγε ἔκλαιγε τώρα ἡ Μαρία γελοῦσε ἅπλωνε τὰ χέρια της τὸ βράδυ ἔμενε μὲ τὰ πόδια ἀνοιχτὰ
Ὕστερα σκοτείνιαζαν τὰ μάτια της μαῦρα μαῦρα θολὰ σκοτείνιαζαν
Τὸ ραδιόφωνο ἔπαιζε Ἡ Μαρία ἔκλαιγε Ἡ Μαρία ἔκλαιγε τὸ ραδιόφωνο ἔπαιζε
Τότε ἡ Μαρία σιγὰ-σιγὰ ἄνοιγε τὰ χέρια της ἄρχιζε νὰ πετάει γύρω-γύρω στὸ δωμάτιο
|