|
ESMERALDA
À Yòrgos Sefèris
Tu l'abreuvas du vin de Midas jusqu'à l'aube, tandis que le berçait le phare aux trois éclairs. Le maître d'équipage, un anneau dans le lobe; au loin, le port de Sousse obscur, et le désert.
Aux premières lueurs le noyé t'étreignit ; la cloche à ton réveil saluera ta noyade. À la moindre caresse un nœud de sang jaillit des traces qu'a laissé l'ancienne estafilade.
Le perroquet t'a dit son ultime « bye, bye », le soutier dans sa cale à l'instant s'exclama, Ton vieux couteau rouillé, fous-le donc à la baille, et va-t-en toute seule te pendre au grand-mât!
L'hélice écrit « Je te trahis » dans le sillage, et la barre à son tour en grinçant renchérit. L'as-tu noyé de nuit à Londres, sur le Tage, ou dans les eaux souillées de quelque port pourri?
Les marins des grands fonds pour l'assaut se réveillent, ils vont venir peigner tes cheveux à jamais. Aiguise cette épée de mots qui m'émerveille, et rentre dans la grotte aux phoques désormais.
Trois jours ils t'ont clouée, trois jours, mais les clous sautent, et toi, obstinément, fermant tes poings rageurs, t'efforces de chasser, en vain, les vagues hautes qui nous entraînent vers les feux des naufrageurs.
|
|
ΕΣΜΕΡΑΛΔΑ
Στον Γιώργο Σεφέρη
Ολονυχτίς τον πότισες με το κρασί του Μίδακι κι ο φάρος τον ελίκνιζε με τρεις αναλαμπές. Δίπλα ο λοστρόμος με μακριά πειρατική πλεξίδα κι αλάργα μας το σκοτεινό λιμάνι του Cabes.
Απά στο γλυκοχάραμα σε φίλησε ο πνιγμένος κι όταν ξυπνήσεις με διπλή καμπάνα θα πνιγείς. Στο κάθε χάδι κ' ένας κόμπος φεύγει ματωμένος απ' το σημάδι της παλιάς κινέζικης πληγής.
Ο παπαγάλος σου 'στειλε στερνή φορά το «γεια σου» κι απάντησε απ' το στόκολο σπασμένα ο θερμαστής, πέτα στο κύμα τον παλιό που εσκούριασε σουγιά σου κι άντε μονάχη στον πρωραίον ιστό να κρεμαστείς.
Γράφει η προπέλα φεύγοντας ξοπίσω : «Σε προδίνω», κι ο γρύλος το ξανασφυράει στριγγά του τιμονιού. Μη φεύγεις. Πες μου, το 'πνιξες μια νύχτα στο Λονδίνο ή στα βρωμιάρικα νερά κάποιου άλλου λιμανιού;
Ξυπνάν οι ναύτες του βυθού ρισάλτο να βαρέσουν κι απέ να σου χτενίσουνε για πάντα τα μαλλιά. Τρόχισε εκείνα τα σπαθιά του λόγου που μ' αρέσουν και ξαναγύρνα με τις φώκιες πέρα στη σπηλιά.
Τρεις μέρες σπάγαν τα καρφιά και τρεις που σε καρφώναν και συ με τις παλάμες σου πεισματικά κλειστές στερνή φορά κι ανώφελα ξορκίζεις τον τυφώνα που μας τραβάει για τη στεριά με τους ναυαγιστές.
|