|
Marine
Tanguant comme un perdu, Pythéas contemplait l'océan devant lui du haut de la dunette. Dans la hune, le fils de Dorothée, le muet, zieutait deux femmes nues au bout de sa lorgnette.
Le camée de l'Aztèque était sur le galion. Un corps en peau de bouc à l'intérieur friable. Un chargement de rats, de vers et de scorpions. Palos. Nous rapportions le chancre inguérissable.
Puis, prosternés, devant les boules du grand Khan, à cheval en canot sur les Chinoises fines, -tailles d'oiseau, toison de soie, roses tétines- la boussole volée avons prise en partant.
Aux galères du Pape, en tête des rameurs, nous ravagions les ports, les estuaires, les passes ; et répandant partout la peste et la terreur, notre semence folle allait brassant les races.
Des femmes en tous lieux, cathédrale ou masure, sur des caisses d'épices, ou derrière un baril, venaient laver le sel de nos vieilles blessures, vêtues soit de haillons, soit d'or jusqu'au nombril.
Cordages bien roulés, nos ancres toujours prêtes, et nous, debout, que nul typhon ne peut fléchir, mâchant, vrais chimpanzés, bananes, cacahuètes, avec pour tout credo : Tuons le repentir.
En route, compagnons ! Avançons face au vent ! Allons vite cracher notre giclée finale en l'étrange contrée où les filles, devant, l'ont fendu de côté ou à l'horizontale
|
|
Σπουδή Θαλάσσης
Αγνάντευε απ' το κάσσαρο τη θάλασσα ο "Πυθέας" κι όλο δεξιά και αριστερά σκουντούφλαγε βαριά. Κι απάνω στο άρμπουρο, ο μουγγός, ο γιος της Δωροθέας, είχε κιαλάρει δυο γυμνές γυναίκες στη στεριά.
Τότε στην Πίντα κλέψαμε του Αζτέκου την κορνιόλα. Τραγίσιο δέρμα το κορμί και μέσαθε πουρί. Φορτίο ποντίκια και σκορπιοί τσιφάρι, στα πανιόλα. Στο Πάλος κουβαλήσαμε το αγιάτρευτο σπυρί.
Και προσκυνώντας του μεγάλου Χάνου τ' αποκείνα καβάλα στις μικρόσωμες Κινέζες στις πιρόγες, -μετάξι ανάριο τρίχωμα, τριανταφυλλένιες ρώγες- φέραμε κείνον τον κλεμμένο μπούσουλα απ' την Κίνα.
Δεμένα τα ποδάρια μας στου Πάπα τις γαλέρες κουρσεύαμε του ωκεανού τα πόρτα ή τα μεσόγεια. Σπέρναμε όπου περνούσαμε πανούκλα και χολέρα μπερδεύοντας με το τρελό μας σπέρμα όλα τα σόγια.
Όπου γυναίκα, σε ναούς, καλύβα ή σε παλάτι, σε κάσες με μπαχαρικά ή πίσω από βαρέλια, μας καθαρίζαν τις παλιές πληγές από το αλάτι, πότε ντυμένες στα χρυσά και πότε στα κουρέλια.
Απίκου πάντα οι άγκυρες και οι κάβοι πάντα ντούκια. Ορθοί πάντα κι αλύγιστοι στην ανεμορριπή, μασώντας, σαν τα ζωντανά, μπανάνες και φουντούκια, κατάβαθα πιστεύοντας : αμάρτημα η ντροπή.
Στα όρτσα να προλάβουμε. Τραβέρσο και προχώρα. Να πάμε να ξοδέψουμε την τελευταία ριξιά σε κείνη την απίθανη σ' όλο τον κόσμο χώρα που τα κορίτσια το 'χουνε στα δίπλα ή και λοξά.
|