• Nikos Kavvadias : Marabout * Μαραμπού

    ------------------------1983-.jpg

      Ο Δημήτρης Μυταράς : Στην θάλασσα (1983)
    Dimitris Mytaras :
    À la mer (1983).

     

    Nikos Kavvadias (1910-1975) est un poète grec (enfant du Pirée comme le peintre Tsarouchis) qui a tardivement été reconnu. Il a écrit un seul roman, Le Quart, et a fait de la mer et du voyage le sujet de prédilection de ses écrits car il fut longtemps radiotélégraphiste sur les navires.

    Vous pourrez écouter les interprétations musicales qui ont été données à ce poème, celle du groupe de rap Social Waste et celle, plus traditionnelle de Mariza Koch, une chanteuse connue depuis les années 70 et qui a notamment travaillé avec Manos Loïzos.

    Marabout, un poème qui tangue comme sur la mer :

     

    Μαραμπού

    Λένε για μένα οι ναυτικοί που εζήσαμε μαζί
    πως είμαι κακοτράχαλο τομάρι διεστραμμένο,
    πως τις γυναίκες μ' ένα τρόπον ύπουλο μισώ
    κι ότι μ' αυτές να κοιμηθώ ποτέ μου δεν πηγαίνω.

    Ακόμα, λένε πως τραβώ χασίσι και κοκό
    πως κάποιο πάθος με κρατεί φριχτό και σιχαμένο,
    κι ολόκληρο έχω το κορμί με ζωγραφιές αισχρές,
    σιχαμερά παράξενες, βαθιά στιγματισμένο.

    Ακόμα, λένε πράματα φριχτά παρά πολύ,
    που είν' όμως ψέματα χοντρά και κατασκευασμένα,
    κι αυτό που εστοίχισε σε με πληγές θανατερές
    κανείς δεν το 'μαθε ποτέ, γιατί δεν το 'πα σε κανένα.

    Μ' απόψε, τώρα που έπεσεν η τροπική βραδιά,
    και φεύγουν προς τα δυτικά των Μαραμπού τα σμήνη,
    κάτι με σπρώχνει επίμονα να γράψω σε χαρτί,
    εκείνο, που παντοτινή κρυφή πληγή μου εγίνη.

    Ήμουνα τότε δόκιμος σ'ένα λαμπρό ποστάλ
    και ταξιδεύαμε Αίγυπτο γραμμή Νότιο Γαλλία.
    Τότε τη γνώρισα - σαν άνθος έμοιαζε αλπικό -
    και μια στενή μας έδεσεν αδελφική φιλία.

    Αριστοκρατική, λεπτή και μελαγχολική,
    κόρη ενός πλούσιου Αιγύπτιου οπού 'χε αυτοκτονήσει,
    ταξίδευε τη λύπη της σε χώρες μακρινές,
    μήπως εκεί γινότανε να τήνε λησμονήσει.

    Πάντα σχεδόν της Μπασκιρτσέφ κρατούσε το Ζουρνάλ,
    και την Αγία της Άβιλας παράφορα αγαπούσε,
    συχνά στίχους απάγγελνε θλιμμένους γαλλικούς,
    κι ώρες πολλές προς τη γαλάζιαν έκταση εκοιτούσε.

    Κι εγώ, που μόνον εταιρών εγνώριζα κορμιά,
    κι είχα μιαν άβουλη ψυχή δαρμένη απ' τα πελάη,
    μπροστά της εξανάβρισκα την παιδική χαρά
    και, σαν προφήτη, εκστατικός την άκουα να μιλάει.

    Ένα μικρό της πέρασα σταυρόν απ' το λαιμό
    κι εκείνη ένα μου χάρισε μεγάλο πορτοφόλι
    κι ήμουν ο πιο δυστυχισμένος άνθρωπος της γης,
    όταν εφθάσαμε σ' αυτήν που θα 'φευγε την πόλη.

    Την εσκεφτόμουνα πολλές φορές στα φορτηγά,
    ως ένα παραστάτη μου κι άγγελο φύλακά μου,
    και μια φωτογραφία της στην πλώρη ήταν για με
    όαση, που ένας συναντά μεσ' στην καρδιά της Άμμου.

    Νομίζω πως θε να 'πρεπε να σταματήσω εδώ.
    Τρέμει το χέρι μου, ο θερμός αγέρας με φλογίζει.
    Κάτι άνθη εξαίσια τροπικά του ποταμού βρωμούν,
    κι ένα βλακώδες Μαραμπού παράμερα γρυλίζει.

    Θα προχωρήσω!... Μια βραδιά σε πόρτο ξενικό
    είχα μεθύσει τρομερά με ουίσκι, τζιν και μπύρα,
    και κατά τα μεσάνυχτα, τρικλίζοντας βαριά,
    το δρόμο προς τα βρωμερά, χαμένα σπίτια επήρα.

    Αισχρές γυναίκες τράβαγαν εκεί τους ναυτικούς,
    κάποια μ' άρπαξ' απότομα, γελώντας, το καπέλο
    (παλιά συνήθεια γαλλική του δρόμου των πορνών)
    κι εγώ την ακολούθησα σχεδόν χωρίς να θέλω.

    Μια κάμαρα στενή, μικρή, σαν όλες βρωμερή,
    οι ασβέστες απ' τους τοίχους της επέφτανε κομμάτια,
    κι αυτή ράκος ανθρώπινο που εμίλαγε βραχνά,

    με σκοτεινά, παράξενα, δαιμονισμένα μάτια.
    Της είπα κι έσβησε το φως. Επέσαμε μαζί.
    Τα δάχτυλά μου καθαρά μέτρααν τα κόκαλά της.
    Βρωμούσε αψέντι. Εξύπνησα, ως λένε οι ποιητές
    «μόλις εσκόρπιζεν η αυγή τα ροδοπέταλά της».

    Όταν την είδα και στο φως τα' αχνό το πρωινό,
    μου φάνηκε λυπητερή, μα κολασμένη τόσο,
    που μ' ένα δέος αλλόκοτο, σαν να 'χα φοβηθεί,
    το πορτοφόλι μου έβγαλα γοργά να την πληρώσω.

    Δώδεκα φράγκα γαλλικά... Μα έβγαλε μια φωνή,
    κι είδα μια εμένα να κοιτά με μάτι αγριεμένο,
    και μια το πορτοφόλι μου... Μ' απόμεινα κι εγώ
    έναν σταυρό απάνω της σαν είδα κρεμασμένο.

    Ξεχνώντας το καπέλο μου βγήκα σαν τον τρελό,
    σαν τον τρελό που αδιάκοπα τρικλίζει και χαζεύει,
    φέρνοντας μέσα στο αίμα μου μια αρρώστια τρομερή,
    που ακόμα βασανιστικά το σώμα μου παιδεύει.

    Λένε για μένα οι ναυτικοί που εκάμαμε μαζί
    πως χρόνια τώρα με γυναίκα εγώ δεν έχω πέσει,
    πως είμαι παλιοτόμαρο και πως τραβάω κοκό,
    μ' αν ήξερα οι δύστυχοι, θα μ' είχαν συχωρέσει...

    Το χέρι τρέμει... Ο πυρετός... Ξεχάστηκα πολύ
    ασάλευτο ένα Μαραμπού στην όχθη να κοιτάζω.
    Κι έτσι καθώς επίμονα κι εκείνο με κοιτά,
    νομίζω πως στη μοναξιά και στη βλακεία του μοιάζω...

      

    Marabout

    Tous ceux qui sur la mer ont ma vie partagé
    prétendent que je suis un pervers, un infâme,
    que très sournoisement je déteste les femmes,
    qu'avec elles jamais je ne vais m'allonger.

    On dit que je carbure au hasch, à la coco
    et que je suis le jouet d'une passion impure,
    que je porte gravées de bizarres peintures,
    obscènes à vomir, cachées sous mon tricot.

    On dit de moi d'horribles choses, sans arrêt,
    qui ne sont que bobards et que fausses nouvelles ;
    et ce qui m'a frappé de blessure mortelle,
    nul ne l'a jamais su — j'ai gardé le secret.

    Mais tandis que ce soir descend sur les tropiques,
    que s'éloignent à l'ouest les vols de marabouts,
    je suis forcé d'écrire, et d'avouer jusqu'au bout
    quelle plaie est en moi, obscure et tyrannique.

    En ce temps-là j'étais sur un bateau postal,
    aspirant, sur la ligne d'Égypte à Marseille,
    quand je la vis, aux fleurs de montagne pareille,
    et devins son ami, son frère, son féal.

    Noble, toute en finesse et en mélancolie
    — son père, un Égyptien, s'était ouvert les veines—
    elle traînait son deuil dans les contrées lointaines,
    croyant qu'en les bougeant ces choses-là s'oublient.

    De Marie Baschkirtseff elle adulait la prose,
    aimait avec transport la Sainte d'Avila,
    disait de tristes vers français d'un ton très las
    et contemplait longtemps l'étendue bleue, morose.

    Moi qui n'avais connu que les corps des drôlesses,
    moi, l'âme sans vigueur, par la mer ballotté,
    je retrouvais ma joie d'enfance à l'écouter parler
    comme un prophète — extase et allégresse.

    Je passai à son cou une petite croix
    et reçus d'elle un portefeuille. Et à mesure que le port
    approchait, terme de l'aventure,
    mon cœur se remplissait de tristesse et d'effroi.

    Combien de fois, plus tard, sur les cargos si lents,
    ai-je invoqué l'amie, complice, ange gardienne !
    Sa photo emportée dans mes virées lointaines était
    une oasis sur les sables brûlants.

    C'est là, je le sais bien, que je devrais finir.
    Ma main tremble, le vent brûle et brouille ma vue.
    Sur le fleuve africain les fleurs superbes puent.
    Un marabout crétin se remet à glapir.

    Je continue !... Un soir, dans un port très lointain,
    m'étant noirci au gin, au whisky, à la bière,
    vers minuit, titubant à m'en rouler par terre,
    Je pris la rue qui mène aux maisons des putains.

    C'est là que les traînées attirent les marins.
    L'une d'elles, rieuse, arracha ma casquette
    (vieil usage français qui signe une conquête),
    et moi, sans le vouloir, je suivis le bourrin.

    Une petite chambre sale aux murs sordides
    où la chaux s'écaillant tombait comme une peau,
    et cette loque humaine à la voix de corbeau,
    à l'étrange regard, noir, possédé, morbide.

    Sans tarder je la fis éteindre. On se coucha.
    Mes doigts sur tout son corps comptaient ses os
    pointus. Elle empestait l'alcool. J'émergeai, courbatu,
    «quand l'aurore sur nous sa joue rose pencha».

    Lorsque dans la lueur pâle du petit jour, je la vis,
    pitoyable, et pourtant impudique,
    pris d'un étrange émoi proche de la panique,
    je pris mon portefeuille et payai sans amour.

    Douze francs... Mais poussant un grand cri tout à
    coup, elle posa les yeux sur moi, blême, égarée,
    puis sur mon portefeuille... Et c'est là, bouche bée,
    que j'aperçus la croix suspendue à son cou.

    Oubliant mon chapeau, je me ruai dehors
    comme un fou, titubant et perdant la boussole,
    emportant dans mon sang la méchante bestiole
    qui depuis n'a cessé de tourmenter mon corps.

    Tous ceux qui sur la mer avec moi ont peiné me
    voient en vieux salaud, qui jamais ne s'allonge dans
    le lit d'une femme, et que la coco ronge.
    Malheureux ! S'ils savaient, ils m'auraient pardonné...

    Ma main tremble... La fièvre... Ahuri, tête vide,
    fixant un marabout là-bas, sans mouvement,
    qui me zieute à son tour, non moins obstinément,
    je me sens son égal, aussi seul et stupide.

                 
        Traduction française de Michel  Volkovitch

     

    Le groupe rap Social Waste interprétant Marabout :

     

     

    Le poème mis en musique et interprété par Mariza Koch : 

     

     
     
     
    Liens / Links :

    kavvadias.gif
    Nikos Kavvadias

    Biographie de l'auteur sur Wikipedia

    Blog Καλώδια: Lire Kavvadias en grec.

    Site du traducteur (et poète) M. Volkovitch

    Blog sur Nikos Kavvadias (en grec)

    Blog de France 3

    Sur Kavvadias (projethomère.com)

     

    Sur ce blog :

    Autres poèmes de Nikos Kavvadias

    Un couteau * ένα μαχαίρι

    Marabout

     

    Pour tous vos commentaires, informations ou corrections, cliquez "contact", merci.

    « Nikos Kavvadias : Un couteau * ένα μαχαίριConstantin Cavafis : Mer matinale »
    Partager via Gmail Yahoo! Google Bookmarks Pin It

  • Commentaires

    Aucun commentaire pour le moment

    Suivre le flux RSS des commentaires


    Ajouter un commentaire

    Nom / Pseudo :

    E-mail (facultatif) :

    Site Web (facultatif) :

    Commentaire :